ανισοβαρής

ανισοβαρής
ης, ες, ανισόβαρος, ος , ον
1) отличающийся по весу, разного веса; 2) перен. неравноправный (о соглашении, договоре)

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Смотреть что такое "ανισοβαρής" в других словарях:

  • ανισοβαρής — ές (και ανισόβαρος, η, ο) (Α ἀνισοβαρής) αυτός που δεν ἔχει ἴσο βάρος με κάποιον άλλο νεοελλ. ἄδικος, ἄνισος. [ΕΤΥΜΟΛ. < άνισος + βαρής < βάρος. Η λ. με τη νεοελλ. σημασία της μαρτυρείται στον κληρικό και διδάσκαλο του Γένους Νικηφόρο… …   Dictionary of Greek

  • ἀνισοβαρῆ — ἀνισοβαρής unequal in weight neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ἀνισοβαρής unequal in weight masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) ἀνισοβαρής unequal in weight masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνισοβαρῶν — ἀνισοβαρής unequal in weight masc/fem/neut gen pl (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άνισος — η, ο (AM ἄνισος, ον) 1. αυτός που δεν είναι ίσος με κάποιον άλλο 2. μτφ. άδικος, μεροληπτικός νεοελλ. ακανόνιστος, ασύμμετρος μσν. ανόμοιος, διαφορετικός αρχ. φρ. 1. «άνισος πολιτεία» η ολιγαρχία 2. οἱ ἄνισοι οι ολιγαρχικοί 3. τὸ ἄνισον η… …   Dictionary of Greek

  • ανομοιοβαρής — ές (Α ἀνομοιοβαρής) νεοελλ. αυτός που δεν έχει ίσο βάρος με άλλον, ανισοβαρής αρχ. αυτός του οποίου το βάρος είναι άνισα κατανεμημένο …   Dictionary of Greek

  • βάρος — Η δύναμη με την οποία η Γη έλκει προς αυτή τα σώματα. Το β. προέρχεται από τη δύναμη της παγκόσμιας έλξης που ασκείται μεταξύ της Γης και ενός σώματος. Έτσι και η Γη υφίσταται μια έλξη από μέρους του σώματος, ίση και αντίθετη από αυτή που ασκεί η …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»